ανακάθομαι

ανακάθομαι
(αόρ. ανακάθισα) αμετ. садиться, сидеть с вытянутыми ногами

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "ανακάθομαι" в других словарях:

  • ανακάθομαι — ανακάθομαι, ανακάθισα βλ. πίν. 160 Σημειώσεις: ανακάθομαι : για τον αόρ. σε ισα δες σημείωση καθίζω – κάθομαι …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ανακάθομαι — ανακαθίζω, ανασηκώνω το κορμί μου, ανασηκώνομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανα * + κάθομαι] …   Dictionary of Greek

  • ανακάθομαι — (τους άλλους χρόνους, δηλ. ενεργ. αόρ. και μτχ. παθ. πρκ., τους παίρνει από το ανακαθίζω βλ. λ.), αμτβ., ενώ είμαι ξαπλωμένος σηκώνω τον κορμό και κάθομαι έχοντας απλωμένα τα πόδια: Τον βρήκα να ανακάθεται στο κρεβάτι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ανακαθίζω — ανακαθίζω, ανακάθισα βλ. πίν. 33 και πρβλ. ανακάθομαι …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ανακαθίζω — ισα, ισμένος 1. μτβ., βάζω κάποιον να καθίσει με όρθιο τον κορμό και απλωμένα τα πόδια: Ανακάθισε τον άρρωστο στο κρεβάτι του. 2. αμτβ., ανακάθομαι (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»